βάταλος

βάτᾰλος [βᾱ], ,
A = πρωκτός, Eup.82; cf. βάτας, βατέω.
II stammerer (cf. βατταρίζω), a nickname given to Demosthenes, Aeschin. 2.99, cf. D.18.180. (Codd. vary between βάταλος and βάτταλος: Βάτταλος is pr. n. in Hedyl. ap. Ath.4.167d.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βάταλος — και βάτταλος, ο (Α) 1. ο τραυλός 2. ο πρωκτός. [ΕΤΥΜΟΛ. Δημώδης τ., άγνωστης ετυμολ. Η σύνδεση της λ. βάταλος με το βατώ ( έω) «ανέρχομαι, πηδώ» είναι αβέβαιη, ενώ η άποψη, κατά την οποία ο όρος βάταλος είναι δάνεια λ. ανατολικής προέλευσης (πρβλ …   Dictionary of Greek

  • Βάταλος — stammerer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατάλου — Βάταλος stammerer masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατάλους — Βάταλος stammerer masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατάλων — Βάταλος stammerer masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βάταλον — Βάταλος stammerer masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • BATALUS — tibicen lascivus, primum omnium calceis femineis in scena usus est, artemque tibiarum omni mollitie depravavit, a quo dissolutos et parum viros Batalos vocant; tale fuit Demostheni cognomen, teste Cael. Rhodig. l. 5. c. 13. Libamus, Ι῾ςτόρηται… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Demosthenes — (griechisch Δημοσθένης, Dēmosthénēs, lateinisch und deutsch De mosthenes, * 384 v. Chr.; † 322 v. Chr. in Kalaureia) war der wohl bedeutendste griechische Redner. Nach dem Philokratesfrieden des Jahres 346 v. Chr stieg er zum führenden… …   Deutsch Wikipedia

  • Демосфен — У этого термина существуют и другие значения, см. Демосфен (значения). Демосфен Демосфен (греч …   Википедия

  • Γαύδος — Νησί (29,6 τ. χλμ., 98 κάτ.) του Λιβυκού πελάγους, Ν από τα Σφακιά της Κρήτης και σε απόσταση περίπου 20 μιλίων από το ακρωτήριο Βάταλος των Σφακιών. Έχει μήκος 9 χλμ. και μέσο πλάτος 5 χλμ. Το νησί αποτελεί έδρα ομώνυμης κοινότητας του νομού… …   Dictionary of Greek

  • bate — BÁTE, bat, vb. III. I. 1. tranz. şi refl. A (se) lovi, a (se) izbi repetat şi violent (cu palma, cu pumnul, cu băţul, cu biciul etc.) A bate peste obraji, peste gură, peste picioare. A bate la palmă, la tălpi, la spate. A bate în cap. ♢ expr.… …   Dicționar Român

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.